Βασική πηγή ανησυχίας για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ανά τον κόσμο, συνεχίζουν να αποτελούν οι τεχνολογικοί και πληροφοριακοί κίνδυνοι. Στο πλαίσιο αυτό, περίπου ένας στους δύο οργανισμούς (ποσοστό 48%) δηλώνει υπερβολικά ή πάρα πολύ ανήσυχος για τη δυνατότητα των τεχνολογικών συστημάτων να ανταποκριθούν με ευελιξία στις τρέχουσες κανονιστικές αλλαγές.

Σύμφωνα με την 9η παγκόσμια έρευνα της Deloitte για τη “Διαχείριση Κινδύνου στον Κλάδο Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών”, το 62% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τα πληροφοριακά συστήματα κινδύνων και η τεχνολογική υποδομή αποτελούν εξαιρετικά μεγάλη ή πολύ μεγάλη πρόκληση και το 46% είπε το ίδιο για τον κίνδυνο σχετικά με τα δεδομένα (data).

Η έρευνα διαπιστώνει, συνολικά, ότι με τις ρυθμιστικές Αρχές σε όλο τον κόσμο “να βάζουν στο μικροσκόπιο” τη διαχείριση κινδύνου των τραπεζών, την κουλτούρα και τις αποδοχές βάσει κινήτρων, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να καταβάλλουν σημαντικά μεγαλύτερη προσπάθεια, ώστε να ανταποκριθούν στις αυξημένες προσδοκίες. “Παρ’ όλο που αυτό μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα, η προσοχή των ρυθμιστικών αρχών, τελευταία, έχει επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο τα διοικητικά συμβούλια προωθούν και αναδεικνύουν τη σημασία της διαχείρισης κινδύνου, της διακυβέρνησης, των ευρύτερων ηθικών προτύπων και των ακολουθούμενων πρακτικών όσον αφορά στους μισθούς”, επισημαίνει η μελέτη.

Λειτουργικοί κίνδυνοι
Περίπου τα δύο τρίτα ή και περισσότεροι από τους ερωτηθέντες αισθάνονται ότι το ίδρυμά τους είναι εξαιρετικά ή αρκετά αποτελεσματικό στη διαχείριση των παραδοσιακών τύπων λειτουργικών κινδύνων, όπως αυτοί που σχετίζονται με νομικές ή φορολογικές υποθέσεις. Ακόμα πιο λίγοι ερωτηθέντες απάντησαν ότι το ίδρυμα τους ήταν εξαιρετικά ή πολύ αποτελεσματικό, όταν πρόκειται για κινδύνους αναφορικά με τρίτους (44%), ασφάλεια στον κυβερνοχώρο (42%), ακεραιότητα δεδομένων (data integrity) (40%) και τα μοντέλα (37%).

Διαχείριση κινδύνων
Σύμφωνα την παγκόσμια έρευνα για τη διαχείριση κινδύνου στον κλάδο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, μόνο το 60% των ερωτηθέντων απάντησε ότι το διοικητικό συμβούλιο του έχει εργαστεί προκειμένου να εγκαθιδρύσει και να ενσωματώσει μια κουλτούρα διαχείρισης κινδύνου στην επιχείρηση, καθώς και για να προωθήσει ανοιχτές συζητήσεις για θέματα κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο 40% δεν έχει κάνει βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, υποδεικνύοντας ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά σε αυτόν τον τομέα.

Από τη θετική πλευρά, το 85% των ερωτηθέντων, ανέφεραν ότι, πλέον, το Διοικητικό τους Συμβούλιο αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην εποπτεία του κινδύνου, σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν. Αυτό ακολουθεί μια τάση ραγδαίας αύξησης της συμμετοχής των Διοικητικών συμβουλίων στην εποπτεία των κινδύνων – τάση που αναμένεται να συνεχιστεί.