1500 δωρεάν θέσεις για ανέργους στην Γενική δοκιμή της Κάρμεν στο Ηρώδειο

Στο πλαίσιο της κοινωνικής της πολιτικής, η Εθνική Λυρική Σκηνή θα προσφέρει 1500 δωρεάν θέσεις σε ανέργους, στη γενική δοκιμή της Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ, το Σάββατο 23 Ιουλίου στις 21.00, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή, αναλογιζόμενη την παρούσα κοινωνική κατάσταση και συνεπής στην κοινωνική πολιτική της, προσφέρει για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, στους δοκιμαζόμενους συμπολίτες μας την ευκαιρία να γίνουν κοινωνοί ενός σπουδαίου έργου τέχνης, με στόχο να καταδείξει ότι η λυρική τέχνη δεν εμπεριέχει κοινωνικούς αποκλεισμούς και περιορισμούς.

Η δεύτερη μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είναι η εκρηκτική Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ, η οποία θα παρουσιαστεί στις 24, 26, 27, 29 Ιουλίου 2016 στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η πιο δημοφιλής όπερα του γαλλικού ρεπερτορίου, σύμβολο του έρωτα και της ελευθερίας, θα παρουσιαστεί σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία του διακεκριμένου Βρετανού σκηνοθέτη και Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Όπερας του Γκαίτεμποργκ, Στήβεν Λάνγκριτζ.

Η διανομή των δωρεάν εισιτηρίων για τη γενική δοκιμή -με την επίδειξη δελτίου/βεβαίωσης ανεργίας και δελτίου ταυτότητας-, θα γίνεται στα ταμεία του θεάτρου Ολύμπια (Ακαδημίας 59 / Τηλ. Κέντρο: 210 3662100) τις εξής ημέρες και ώρες:
Τετάρτη 20 Ιουλίου: 14.00 – 21.00
Πέμπτη 21 Ιουλίου: 10.00 – 17.00

Ακολουθεί το αναλυτικό δελτίο τύπου της παραγωγής:
Κάρμεν
Opéra comique του Ζωρζ Μπιζέ
Ωδείο Ηρώδου Αττικού – 24, 26, 27, 29 Ιουλίου 2016
Νέα παραγωγή, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών
Μουσική διεύθυνση Λουκάς Καρυτινός / Σκηνοθεσία Στήβεν Λάνγκριτζ
Στον ρόλο της Κάρμεν, η Ρινάτ Σαχάμ και η Ζεραλντίν Σωβέ.

Η δεύτερη μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είναι η εκρηκτική Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ, η οποία θα παρουσιαστεί στις 24, 26, 27, 29 Ιουλίου 2016 στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η πιο δημοφιλής όπερα του γαλλικού ρεπερτορίου, σύμβολο του έρωτα και της ελευθερίας, θα παρουσιαστεί σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία του διακεκριμένου Βρετανού σκηνοθέτη και Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Όπερας του Γκαίτεμποργκ, Στήβεν Λάνγκριτζ.

Μία από τις πλέον εμβληματικές όπερες, η Κάρμεν εξακολουθεί να προκαλεί σήμερα όπως κι όταν πρωτοείδε το φως πριν 141 χρόνια. Μία αντισυμβατική υπόθεση, την οποία εξέφρασε μέσα από την τότε εξίσου αντισυμβατική, σήμερα δημοφιλέστατη μουσική του ο Ζωρζ Μπιζέ. Η φερώνυμη ηρωίδα υπερασπίζεται την ελευθερία της και το δικαίωμα να επιλέγει η ίδια ερωτικούς συντρόφους, όχι να την επιλέγουν αυτοί. Αποτελεί απειλή για κοινωνίες ανδροκρατούμενες και πατριαρχικές. Οι επιλογές της απειλούν τα θεμέλιά τους. Μόνη λύση η εξόντωσή της. Την αναλαμβάνει ο ερωτευμένος και «προδομένος» Δον Χοσέ.

Μοιάζει δύσκολο στην εποχή μας, όπου η Κάρμεν θεωρείται μια εξαιρετικά δημοφιλής όπερα, να αντιληφθούμε πόσο προκλητικό υπήρξε το θέμα της όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 1875, αλλά κυρίως πόσο ενόχλησε η μουσική του Ζωρζ Μπιζέ. Σύσσωμος ο τύπος της εποχής έκρινε την υπόθεση του έργου ανήθικη, ενώ για την μουσική υποστηρίχτηκε πως παραήταν εγκεφαλική! Ήταν αδιανόητο το γεγονός ότι περιθωριακές γυναίκες εμφανίζονταν στη σκηνή, όχι μόνο τραγουδώντας και χορεύοντας προκλητικά, αλλά και καπνίζοντας· η δε κεντρική ηρωίδα παράσερνε στον όλεθρο ένα «καλό παιδί», τον λογοδοσμένο δεκανέα Δον Χοσέ. Αιτία για την θυελλώδη αντίδραση κοινού και τύπου δεν ήταν μονάχα το θέμα και η μουσική της όπερας, αλλά κυρίως ο συνδυασμός ετερόκλητων μουσικών ειδών. Ακριβώς σε αυτόν βρίσκεται η μεγάλη ιστορική σημασία της συγκεκριμένης όπερας. Η Κάρμεν γεφυρώνει δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο ένας αποδίδεται μέσα από συμβατικές συναισθηματικές και κωμικές σκηνές με ενάρετους ήρωες όπως η «αγνή χωριατοπούλα» Μικαέλα και ο Δον Χοσέ. Ο άλλος συμπυκνώνει την κυρίως πλοκή της όπερας και διακρίνεται από ωμό ρεαλισμό, αμοραλισμό που προκαλούσε τα ήθη της εποχής και επίσης χαρακτήρες του περιθωρίου, όπως η πρωταγωνίστρια του έργου και η παρέα της. Ήταν η μουσική αυτού του δεύτερου κόσμου, με έντονα στοιχεία ρεαλισμού αλλά και με άμεσες αναφορές στην παραδοσιακή ισπανική μουσική, που σκανδάλισε το κοινό.

Η επιτυχία της Κάρμεν υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και για έναν πρόσθετο λόγο: Ήρθε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, σε μία εποχή όπου ήταν έντονη η συζήτηση περί υψηλής και λαϊκής τέχνης. Το ερώτημα που έμπαινε, ήταν αν στην Κάρμεν τα δύο είδη συνδυάζονταν με επιτυχία ή αν ήταν ασύμβατα. Εξαρχής, αρκετοί έκριναν εξαιρετικά προχωρημένο το ρεαλισμό του θέματος και προκλητική πράξη την εισαγωγή λαϊκότροπων σκοπών σε ένα «σοβαρό» μουσικό είδος, όπως η όπερα. Δεν ενοχλούσε το εξωτικό χρώμα που συνεισέφεραν οι «λαϊκές» ισπανότροπες μελωδίες, καθώς το στοιχείο αυτό εντασσόταν ομαλά τόσο στην αισθητική του οριενταλισμού, όσο και στην περιρρέουσα «ισπανική» ατμόσφαιρα του Παρισιού της εποχής. Εκείνο που προκαλούσε αντίδραση ήταν ότι στην Κάρμεν το εξωτικό στοιχείο δεν αποτελεί κομψό διακοσμητικό πλαίσιο, αλλά βρίσκεται στο επίκεντρο της δράσης. Παίρνει κυρίως τη μορφή χορών και τραγουδιών και αποκαλύπτει το άγχος της εποχής για τη σχέση σώματος και πνεύματος. Σήμερα, η Κάρμεν μπορεί να τοποθετηθεί άφοβα στο ιστορικό της πλαίσιο και να εκτιμηθεί για την καινοτομία της μουσικοδραματικής της σύλληψης.

Την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης της παραγωγής έχει ο διακεκριμένος αρχιμουσικός της ΕΛΣ, Λουκάς Καρυτινός.

Στην νέα συναρπαστική παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο διακεκριμένος βρετανός σκηνοθέτης Στήβεν Λάνγκριτζ, παραμένει συνεπής στην ιδεολογία και τα υψηλά ιδανικά της Κάρμεν και τοποθετεί την ιστορία της στην σημερινή Ευρώπη. Ο Λάνγκριτζ, γνωστός μεταξύ άλλων για τις αντισυμβατικές του παραστάσεις στις Βρετανικές φυλακές υψίστης ασφαλείας, εκμεταλλεύεται τον ρεαλισμό της θρυλικής όπερας του Ζωρζ Μπιζέ για να μιλήσει για τα όρια που σήμερα περισσότερο από ποτέ, μας επιβάλλονται από παντού. Τα όρια της ελευθερίας, της επιθυμίας, της αυτοδιάθεσης, της επιβίωσης, της διαφυγής. “Όρια και φτώχεια, ελευθερία και σκλαβιά. Δύσκολο να βρεθούν πιο επίκαιρα θέματα. Η Κάρμεν είναι μία ιστορία για το σήμερα”, σημειώνει ο διάσημος σκηνοθέτης, παραγωγές του οποίου έχουν παρουσιαστεί στις μεγαλύτερες όπερες του κόσμου στο Λονδίνο, τη Λισαβόνα, το Σάλτσμπουργκ, το Τόκιο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη, τη Βιέννη, το Σικάγο, το Όσλο και βεβαίως το Γκέτεμποργκ στην όπερα του οποίου είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής. Παράλληλα με την καριέρα του στην όπερα ο Λάνγκριτζ έχει εργαστεί επισταμένα πάνω στη σχέση του μουσικού θεάτρου με την εκπαίδευση και την κοινωνία σε σχολεία, νοσοκομεία, φυλακές σε Ολλανδία, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία, Φινλανδία, Σενεγάλη, Νότια Αφρική, Σουηδία, Ιρλανδία και Μεγάλη Βρετανία με ομάδες ερασιτεχνών, ατόμων με ειδικές ανάγκες, ατόμων κοινωνικά αποκλεισμένων. Από τις πιο γνωστές δουλειές του με μη επαγγελματίες ηθοποιούς και τραγουδιστές είναι τα μιούζικαλ West Side Story και Julius Caesar, τα οποία παρουσίασε με φυλακισμένους των Φυλακών Υψίστης Ασφαλείας Bullington και Wandsworth στην Μ. Βρετανία και Mountjoy στην Ιρλανδία, αλλά και το For the Public Good του Orlando Gough το οποίο παρουσίασε με 500 ερασιτέχνες τραγουδιστές στα 100χρονα του θεάτρου Coliseum της Εθνικής Όπερας της Αγγλίας. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία του Λάνγκριτζ με την ΕΛΣ μετά τους Δαιμονισμένους του Βρόντου (2001) και την όπερα Ορφέας και Ευρυδίκη του Γκλουκ (2007).

Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει ο διακεκριμένος Έλληνας σκηνογράφος Γιώργος Σουγλίδης, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Γαλλία. Ο εμπνευσμένος καλλιτέχνης υπέγραψε για την ΕΛΣ τα υπέροχα σκηνικά και τα κοστούμια στην παραγωγή Καβαλλερία Ρουστικάνα-Παλιάτσοι στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 2011, αλλά και πιο πρόσφατα στο Έτσι κάνουν όλες του Μότσαρτ στο θέατρο Ολύμπια το φθινόπωρο του 2014. Τις προβολές σχεδιάζει ο Τόμας Μπέργκμαν (Silbersal Film GmbH), τους φωτισμούς ο Τζουζέππε ντι Ιόριο και την κινησιολογία οι Nταν Ο’Νηλ και Φώτης Νικολάου.

Στον ομώνυμο και εξαιρετικά απαιτητικό -σκηνικά και φωνητικά- ρόλο, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει δύο από τις πιο επιτυχημένες Κάρμεν της εποχής μας, την Ρινάτ Σαχάμ και την Ζεραλντίν Σωβέ.