Εικόνες από την πρόβα της Πονηρής Αλεπουδίτσας

Θέατρο Ολύμπια

28, 29 Μαρτίου & 1, 3, 4, 5 Απριλίου 2015

Μουσική Διεύθυνση Γιάροσλαφ Κύσλινγκ – Όντρει Όλος

Σκηνοθεσία Ντέιβιντ Πάουντνυ

Αναβίωση σκηνοθεσίας – χορογραφίας: Ελαίην Τάυερ Χωλ

Πρώτη παρουσίαση από την Εθνική Λυρική Σκηνή

Παραγωγή προερχόμενη από Εθνική Όπερα Ουαλίας & Όπερα Σκωτίας

Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει για πρώτη φορά μια από τις πιο απολαυστικές όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου που περιγράφει την τρυφερή ιστορία μιας άτακτης αλεπούς. Πρόκειται για το αριστούργημα του σπουδαίου Τσέχου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ H πονηρή αλεπουδίτσα, η οποία θα παρουσιαστεί στην θρυλική παραγωγή του Ντείβιντ Πάουντνυ, που πρωτοπαρουσιάστηκε από την Εθνική Όπερα της Ουαλίας και την Όπερα της Σκωτίας.

Η πονηρή αλεπουδίτσα είναι η πρώτη όπερα του Γιάνατσεκ, που προστίθεται στο δραματολόγιο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Είναι επίσης η πρώτη φορά, που το συγκεκριμένο έργο θα παρουσιαστεί στην Ελλάδα σε κλειστό θέατρο. Πρόκειται για έναν ύμνο στον κύκλο της ζωής, δοσμένο με τρυφερότητα, χιούμορ και πραγματισμό, ένα αλληγορικό έργο με ονειρική μουσική, το οποίο ο Γιάνατσεκ συνέθεσε στο τέλος της δημιουργικής του πορείας.

Η Αλεπουδίτσα είναι μια όπερα που μιλά για το θαύμα της ζωής, απευθύνεται εξίσου σε μικρούς και μεγάλους, ενώ με όχημα τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα καταφέρνει να μιλήσει με απλό τρόπο για πανανθρώπινες αξίες και διαχρονικά ιδεώδη. Η υπόθεση του έργου, παρακολουθεί τον κύκλο ζωής μιας αλεπούς, καθώς μεγαλώνει, ερωτεύεται, κάνει οικογένεια και τελικά πεθαίνει.

Η μαγική μουσική που συνέθεσε ο Γιάνατσεκ και που τον κατέταξε στους σημαντικότερους συνθέτες του 20 αιώνα, στηρίζεται στη μουσικότητα της Τσεχικής γλώσσας, αντλεί στοιχεία από τη μουσική παράδοση της πατρίδας του, είναι έντονα λυρική και ατμοσφαιρική. Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η φύση και ο κύκλος της ζωής, που ο Γιάνατσεκ αποδίδει με χιούμορ, ποιητικότητα και τον πραγματισμό ενός ώριμου άνδρα στο τέλος της ζωής του. Η παραγωγή, την αναβίωση της οποίας υπογράφει η Ελαίην Τάυερ Χωλ, είναι πολύχρωμη, ζωηρή και με υπέροχη αίσθηση του χιούμορ. Τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια μας μεταφέρουν σε ένα παραμυθένιο καταπράσινο δάσος, όπου συναντούμε πολύχρωμες κάμπιες με ακορντεόν, κουνούπια με προβοσκίδα και καλοσυνάτες αλεπούδες.

H παραγωγή πρωτοπαρουσιάστηκε από την Εθνική Όπερα της Ουαλίας και την Όπερα της Σκωτίας, σε σκηνοθεσία του κορυφαίου βρετανού σκηνοθέτη και έως πρότινος διευθυντή του Φεστιβάλ του Μπρέγκεντζ Ντέιβιντ Πάουντνυ. O διακεκριμένος Bρετανός σκηνοθέτης της όπερας έχει στο ενεργητικό του συνεργασίες με τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου (Εθνική Όπερα της Αγγλίας, Κρατική Όπερα της Βιέννης, Όπερα της Ζυρίχης, του Βερολίνου, Θέατρο Μπολσόι κ.ά.), ενώ έχει σκηνοθετήσει τρεις παγκόσμιες πρώτες παρουσιάσεις νέων έργων του Σερ Πήτερ Μάξουελ Ντέιβις: “Στον Γιάνατσεκ το χιούμορ είναι εμφανές, κατ’ αρχάς επειδή ως αφετηρία το έργο του έχει μία σειρά κωμικών σχεδίων εφημερίδας και ο ίδιος τη συμπληρώνει θαυμάσια με τη μουσική του – λόγου χάριν, η σφαγή των Ορνίθων από την Αλεπού και στη συνέχεια η απόδρασή της είναι εφάμιλλες αυτών σε κινηματογραφικές ταινίες των Keystone Cops του βωβού ενώ η ζωηρή σωματικότητα της κίνησης στη μουσική είναι φανερή σε πολλές σκηνές” σημειώνει ο σκηνοθέτης, ο οποίος -εκτός των άλλων- έχει συνδέσει την καριέρα του με επιτυχημένα ανεβάσματα έργων του Γιάνατσεκ.

Για τον Πάουντνυ η Αλεπουδίτσα είναι ένα σπουδαίο έργο από μουσικής και δραματουργικής απόψεως. Στο κείμενο του, από το πρόγραμμα της παραγωγής, αναφέρει: “Ο Γιάνατσεκ υπήρξε εμπνευσμένος δραματουργός και η Αλεπουδίτσα είναι, πιθανότατα, το λαμπρότερο παράδειγμα σύνθετης δραματουργίας στην όπερα του 20ού αιώνα, το οποίο τού επιτρέπει να συμπιέσει έναν πραγματικά βαθύ στοχασμό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, τον κύκλο της ζωής και την απειλή θανάτου σε 90 λεπτά δράσης, ταλέντου και χιούμορ. Ο συνθέτης εκμεταλλεύεται κάθε δυνατότητα οπερικής έκφρασης –διάλογο, στροφικό τραγούδι, χορό, χορωδιακή γραφή, μουσικά εφέ εκτός σκηνής, ορχηστρικά ιντερλούδια και κάθε διαφορετική τεχνική αναπτύσσεται με απολύτως αλάνθαστη εστίαση στο εφέ και στη συμβολή της στο δράμα. Κάθε λεπτομέρεια αφηγείται την ιστορία του δράματος και βρίσκεται στην κατάλληλα θέση ενώ το σύνολο αποτελεί μάθημα «ολικού έργου τέχνης» –«Gesammtkunstwerk»- από το οποίο θα μπορούσε να διδαχτεί ακόμα και ο Βάγκνερ, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη συντομία”.

Ο Λέος Γιάνατσεκ είναι ένας από τους σημαντικότερους Τσέχους συνθέτες. Γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1854. Ασχολήθηκε σοβαρά με τη λαογραφία και εμπνεύστηκε από την παραδοσιακή μουσική της περιοχής όπως επίσης, γενικότερα, από τη σλαβική μουσική. Έτσι, διαμόρφωσε τη δική του πρωτότυπη μουσική γλώσσα η οποία αποτυπώθηκε με σαφήνεια στην όπερά του Γενούφα, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1904 στο Μπρνο. Το ανέβασμα της ίδιας όπερας στην Πράγα το 1916 συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνή αναγνώριση του συνθέτη. Ο Γιάνατσεκ συνέθεσε έργα κάθε είδους: ορχηστρικά όπως η Σινφονιέττα (1926) και η ραψωδία Τάρας Μπούλμπα (1918/21), έργα θρησκευτικής μουσικής όπως η Γλαγολιτική Λειτουργία (1927), έργα για πιάνο και μουσικής δωματίου όπως επίσης αρκετές όπερες, ανάμεσα στις οποίες Γενούφα, Κάτια Καμπάνοβα (1921), Η πονηρή αλεπουδίτσα (1924), Υπόθεση Μακρόπουλου (1926) και Από το σπίτι των νεκρών (1927). Ο συνθέτης πέθανε το 1928 στην Οστράβα από πνευμονία.

Η πονηρή αλεπουδίτσα βασίζεται σε κείμενο του συνθέτη, το οποίο βασίζεται στο εικονογραφημένο μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Λαϊκά νέα του Μπρνο το 1920. Στην ουσία επρόκειτο για σκίτσα του ζωγράφου Στάνισλαφ Λόλεκ, στα οποία ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ρούντολφ Τιέσνοχλιντεκ προσέθεσε σύντομα κείμενα. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο του Μπρνο στις 6 Νοεμβρίου 1924.

Την Ορχήστρα της

διευθύνουν οι διακεκριμένοι Μαέστροι -με ειδίκευση στο έργο του Γιάνατσεκ- Γιάροσλαφ Κύσλινγκ και Οντρέι Όλος. Τα μαγευτικά σκηνικά και κοστούμια είναι της Μαρία Μπγαίρνσον, οι φωτισμοί του Νίκ Τσέλτον, ενώ η χορογραφία του Στιούαρτ Χοπς.

Στην διανομή της παραγωγής, η οποία παρουσιάζεται στα τσέχικα με ελληνικούς υπέρτιτλους, συναντούμε καταξιωμένους μονωδούς όπως -μεταξύ άλλων- τους Ράνταλ Τζέικομπς, Μίνα Πολυχρόνου, Έλενα Κελεσίδη, Χάρη Ανδριανό, Δημήτρη Κασιούμη, Ινές Ζήκου, Πέτρο Σαλάτα, Τζίνα Φωτεινοπούλου, Τζίνα Πούλου, Άκη Λαλούση, Πέτρο Μαγουλά, Ελένη Δάβου, Χαράλαμπο Αλεξανδρόπουλο και άλλους.

Συμμετέχουν η Χορωδία και η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής της αποστολής, καθώς και σπουδαστές της Σχολής Χορού της ΕΛΣ.

[Σύνοψη του πρωτοτύπου]

Α’ Πράξη / Στο δάσος τα ζώα και τα έντομα παίζουν και χορεύουν. Φτάνει ο Δασοφύλακας, που αποφασίζει να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο. Μία Αλεπουδίτσα κυνηγά ένα Βατραχάκι, μέχρι να καταλήξει στην αγκαλιά του κατάπληκτου Δασοφύλακα, ο οποίος παίρνει την Αλεπουδίτσα σπίτι του, ως κατοικίδιο.

Ο καιρός περνά (ορχηστρικό ιντερλούδιο), η Αλεπουδίτσα έχει πλέον μεγαλώσει. Είναι δεμένη από το λαιμό στον κήπο του Δασοφύλακα, κοντά στο συντηρητικό Σκύλο. Δεν είναι διόλου ευτυχισμένη έτσι όπως είναι περιορισμένη και αποφασίζει να διεκδικήσει την ελευθερία της: μασάει το σκοινί με το οποίο την έχουν δέσει, επιτίθεται στον Κόκορα και στην κότα Χόχολκα, η οποία πεθαίνει από το φόβο της, στη συνέχεια σκοτώνει όλες τις κότες, πηδά το φράχτη και κερδίζει την ελευθερία της.

Β’ Πράξη / Στο δάσος η Αλεπού εκδιώκει τον Ασβό και παίρνει την κατοικία του. Στην ταβέρνα ο Εφημέριος, ο Δασοφύλακας και ο Δάσκαλος πίνουν και μιλούν για την Τσιγγανοπούλα Τέρυνκα, που τους έχει ξελογιάσει. Μεθυσμένος, ο Δάσκαλος φεύγει. Βλέπει ένα ηλιοτρόπιο, πίσω από το οποίο κρύβεται η Αλεπού. Νομίζει ότι έχει μπροστά του την Τέρυνκα κι έτσι εξομολογείται τον έρωτά του. Όταν, με τη σειρά του, φεύγει ο Δασοφύλακας, βλέπει την Αλεπού και της ρίχνει με το όπλο του, αλλά αστοχεί. Λίγο αργότερα η Αλεπού συναντά μια γοητευτική αρσενική Αλεπού, μαζί με την οποία αποσύρεται στην κατοικία του Ασβού. Όλο το δάσος μιλά για την εγκυμοσύνη της, οπότε η Αλεπού πρέπει πλέον να παντρευτεί τον καλό της.

Γ’ Πράξη / Ο πραματευτής Χάραστα έχει αρραβωνιαστεί και πρόκειται να παντρευτεί την Τέρυνκα. Κυνηγά στο δάσος γυρεύοντας κατάλληλο δώρο για την αγαπημένη του. Στήνει παγίδα για αλεπούδες, την οποία περιγελούν τα μικρά αλεπουδάκια, τα παιδιά της Αλεπούς. Ο Χάραστα, όμως, που παρακολουθεί από μακριά, πυροβολεί και σκοτώνει την Αλεπού. Στο γάμο ο Δασοφύλακας βλέπει την Τέρυνκα να κρατά τη γούνα της Αλεπούς, την οποία της δώρισε ο Χάραστα. Ο Δασοφύλακας φεύγει για το δάσος, όπου θέλει να σκεφτεί. Επιστρέφει στο μέρος όπου πρωτοσυνάντησε την Αλεπού και κάθεται στη βάση του ίδιου δέντρου, αναλογιζόμενος ότι έχασε και την Αλεπού και την Τέρυνκα. Η θλίψη του μεγαλώνει, έως ότου, αναπάντεχα, ένα Βατραχάκι πηδά στην αγκαλιά του, όπως τότε: δεν είναι όμως το ίδιο, αλλά το εγγόνι του παλαιότερου. Αντιλαμβανόμενος το κύκλο της ζωής, το θάνατο που οδηγεί σε νέα ζωή, η ψυχή του Δασοφύλακα γαληνεύει.